ἐφορμαίνω

ἐφορμ-αίνω,
A rush on,

δρόμῳ A.Pers.208

, cf. Orph.H.33.5, 74.7; τινι upon or against one, Opp.C.3.367.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφορμαίνω — ἐφορμαίνω (Α) ξεχύνομαι με ορμή και βία, εφορμώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὁρμ αίνω (< ὁρμή)] …   Dictionary of Greek

  • ἐφορμαίνοντα — ἐφορμαίνω rush on pres part act neut nom/voc/acc pl ἐφορμαίνω rush on pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφορμαίνουσα — ἐφορμαίνω rush on pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφορμαίνων — ἐφορμαίνω rush on pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφώρμαινεν — ἐφορμαίνω rush on imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.